ογκολογικός


ογκολογικός
Προφορά

Ετυμολογία
ογκολογικός ογκολογία

Ερμηνεία
επίθετο┘ ογκολογικός -ή, -ό

✦ ο αναφερόμενος στην ογκολογία

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα
ογκολογικά (Κ ογκολογικώς)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.