ξομπλιαστός


ξομπλιαστός
Προφορά

Ετυμολογία
ξομπλιαστός ξομπλιάζω

Ερμηνεία
επίθετο┘ ξομπλιαστός -ή, -ό

✦ ο κεντημένος
✦ διακοσμημένος, στολισμένος με ποικίλματα: και φέρε, σε κροντήρι ξομπλιαστό, κρασί λιαστό (Κ. Βάρνάλης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.