νομοτελειακός


νομοτελειακός
Προφορά

Ετυμολογία
νομοτελειακός νομοτέλεια

Ερμηνεία
επίθετο┘ νομοτελειακός -ή, -ό

✦ ο υποκείμενος σε ορισμένους νόμους, ο διεπόμενος από νομοτέλεια

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα
νομοτελειακά (Κ νομοτελειακώς)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.