μεριστικός


μεριστικός
Προφορά

Ετυμολογία
μεριστικός μεταγενέστερη ελληνική μεριστικός

Ερμηνεία
επίθετο┘ μεριστικός -ή, -ό

✦ ο σχετικός με τον μερισμό
✦ ο ικανός να μερίζει

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.