μαΐστρος


μαΐστρος
Προφορά

Ετυμολογία
μαΐστρος └βενετ┘ maistro

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο μαΐστρος

✦ βορειοδυτικός άνεμος, σκίρων: φορτσάρισε ο μαΐστρος, τρέξε κύμα (Κ. Βάρναλης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.