λειχήνα


λειχήνα
Προφορά

Ετυμολογία
λειχήνα αρχαία ελληνική ὁ λειχήν

Ερμηνεία
λειχήνα

✦ (Κ ο λειχήν, -ήνος) θαλλόφυτο στην επιφάνεια λίθων, στον κορμό των δένδρων κτλ.
✦ είδος δερματικού εξανθήματος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.