λαγάνα


λαγάνα
Προφορά

Ετυμολογία
λαγάνα μεταγενέστερη ελληνική λάγανον

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η λαγάνα

✦ είδος άζυμου ψωμιού, που καταναλώνεται, συνήθως, την Καθαρή Δευτέρα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.