κιρκάνιος


κιρκάνιος
Προφορά

Ετυμολογία
κιρκάνιος └λατιν┘ cicrum (= γύρω) + annus (= χρόνος)

Ερμηνεία
επίθετο┘ κιρκάνιος -α, -ο

✦ ο αναφερόμενος σε βιολογικό ρυθμό με περίοδο ένα έτος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.