κερκιδικός


κερκιδικός
Προφορά

Ετυμολογία
κερκιδικός κερκίς, -ίδος

Ερμηνεία
επίθετο┘ κερκιδικός -ή, -ό

✦ ο αναφερόμενος στην κερκίδα του χεριού: κερκιδική αρτηρία

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.