κεκράκτης


κεκράκτης
Προφορά

Ετυμολογία
κεκράκτης αρχαία ελληνική κεκράκτης

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο κεκράκτης

✦ κήρυκας (βλ. λ.)
✦ εγκάθετος, ταραχοποιός ιδ. σε πολιτική συγκέντρωση, μπράβος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.