κεκηρυγμένος


κεκηρυγμένος
Προφορά

Ετυμολογία
κεκηρυγμένος μτχ. παθητ. πρκμ. του κηρύσσω

Ερμηνεία
κεκηρυγμένος

✦ -η, -ο μτχ. ως επίθ. (Κ -η, -ον) δηλωμένος, φανερός: κεκηρυγμένος εχθρός

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.