κειμήλιο


κειμήλιο
Προφορά

Ετυμολογία
κειμήλιο αρχαία ελληνική κειμήλιον, └ουδ┘ του επιθέτου κειμήλιος

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το κειμήλιο

✦ αντικείμενο μεγάλης ιστορικής, καλλιτεχνικής ή ηθικής αξίας

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.