καύχημα


καύχημα
Προφορά

Ετυμολογία
καύχημα αρχαία ελληνική καύχημα

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το καύχημα

✦ κάτι για το οποίο καυχιέται κανείς, αγλάισμα, καμάρι: τάγμα εκλεκτών ηρώων, καύχημα νέον (Α. Κάλβος)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.