καυχησιάρης


καυχησιάρης
Προφορά

Ετυμολογία
καυχησιάρης καυχιέμαι

Ερμηνεία
επίθετο┘ καυχησιάρης -α, -ικο

✦ αυτός που συνηθίζει να καυχιέται

Συνώνυμα
παινεσιάρης, καυχηματίας, μεγάλαυχος, κομπαστής
Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.