κατηχητής


κατηχητής
Προφορά

Ετυμολογία
κατηχητής κατηχώ

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο κατηχητής

✦ θηλ. κατηχήτρια αυτός που κατηχεί
✦ (ειδ.) ο δάσκαλος των χριστιανικών δογμάτων

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.