κατίσχυση


κατίσχυση
Προφορά

Ετυμολογία
κατίσχυση κατισχύω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η κατίσχυση

✦ τελική νίκη, επικράτηση: ένας συνωμότης αποβλέπει στην κατίσχυση των μυστικών του ιδεών (Οδ. Ελύτης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.