κασκαρίκα


κασκαρίκα
Προφορά

Ετυμολογία
κασκαρίκα ίσως από το └ιταλ┘cascare (= πέφτω)

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η κασκαρίκα

✦ αθώα φάρσα για αστεϊσμό

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.