εξαμβλωτικός


εξαμβλωτικός
Προφορά

Ετυμολογία
εξαμβλωτικός εξαμβλώνω

Ερμηνεία
επίθετο┘ εξαμβλωτικός -ή, -ό

✦ ο αναφερόμενος στην εξάμβλωση, που γίνεται με εξάμβλωση ή την προκαλεί

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.