εκθετικός


εκθετικός
Προφορά

Ετυμολογία
εκθετικός μεταγενέστερη ελληνική ἐκθετικός

Ερμηνεία
επίθετο┘ εκθετικός -ή, -ό

✦ για ποσότητα της οποίας ο εκθέτης είναι μεταβλητός ή άγνωστος: εκθετική συνάρτηση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.