δεματάς


δεματάς
Προφορά

Ετυμολογία
δεματάς δεμάτι

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο δεματάς

✦ αυτός που κάνει δέματα, που δεματιάζει
✦ (ειδ.) τεχνίτης που συσκευάζει τα αποξηραμένα φύλλα του καπνού σε δέμα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.