αψεγάδιαστος


αψεγάδιαστος
Προφορά

Ετυμολογία
αψεγάδιαστος ἀ στερητικό + ψεγάδι

Ερμηνεία
επίθετο┘ αψεγάδιαστος -η, -ο

✦ ο χωρίς ψεγάδι, χωρίς ελαττώματα

Συνώνυμα
άψογος
Αντίθετα

Επιρρήματα
αψεγάδιαστα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.