αφθώδης


αφθώδης
Προφορά

Ετυμολογία
αφθώδης αρχαία ελληνική ἀφθώδης

Ερμηνεία
επίθετο┘ αφθώδης -ης, -ες

✦ ο σχετικός με την άφθα
✦ αφθώδης πυρετός, νόσος των δίχηλων ζώων που οφείλεται σε ιό

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.