αυτοσκοπός


αυτοσκοπός
Προφορά

Ετυμολογία
αυτοσκοπός αυτός + σκοπός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο αυτοσκοπός

✦ που αποτελεί από μόνος του σκοπό, που περικλείνει μέσα του το σκοπό

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.