αρτισύστατος


αρτισύστατος
Προφορά

Ετυμολογία
αρτισύστατος μεταγενέστερη ελληνική ἀρτισύστατος

Ερμηνεία
επίθετο┘ αρτισύστατος -η, -ο

✦ που μόλις έχει συσταθεί, που πρόσφατα έχει δημιουργηθεί

Συνώνυμα
αρτιπαγής, νεοσύστατος
Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.