αρσίζης


αρσίζης
Προφορά

Ετυμολογία
αρσίζης └τουρκ┘arsιz (= αναιδής)

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο αρσίζης

✦ ξεδιάντροπος, αναίσχυντος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.