αρπάχτρα


αρπάχτρα
Προφορά

Ετυμολογία
αρπάχτρα αρπάζω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο αρπάχτρα

✦ θηλ. αρπάχτρα άρπαγας (βλ. λ.)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.