αρμοστής


αρμοστής
Προφορά

Ετυμολογία
αρμοστής αρμόζω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο αρμοστής

✦ αυτός που συναρμολογεί, που συναρμόζει
✦ ανώτατος διοικητής κατεχόμενης χώρας

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.