αρμένισμα


αρμένισμα
Προφορά

Ετυμολογία
αρμένισμα αρμενίζω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το αρμένισμα

✦ ιστιοπλοΐα
✦ (γεν.) ταξίδι
(μτφ. ) περιπλάνηση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.