αριστεριστής


αριστεριστής
Προφορά

Ετυμολογία
αριστεριστής αριστερίζω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο αριστεριστής

✦ θηλ. αριστερίστρια οπαδός αριστερών εξτρεμιστικών τάσεων

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.