αποσόβηση


αποσόβηση
Προφορά

Ετυμολογία
αποσόβηση μεταγενέστερη ελληνική ἀποσόβησις

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η αποσόβηση

✦ απομάκρυνση κινδύνου, αποτροπή κακού: η αποσόβηση της πολεμικής σύρραξης ανακούφισε όλους

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.