αποστιλβώνω


αποστιλβώνω
Προφορά

Ετυμολογία
αποστιλβώνω μεταγενέστερη ελληνική ἀποστιλβόω-ῶ

Ερμηνεία
αποστιλβώνω

✦ κ. αποστιλβώ, -οίς, -οί ρ. (αποστίλβωσα) κάνω κάτι γυαλιστερό, να λάμπει

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.