αποσπασματικός


αποσπασματικός
Προφορά

Ετυμολογία
αποσπασματικός απόσπασμα

Ερμηνεία
επίθετο┘ αποσπασματικός -ή, -ό

✦ που παρουσιάζεται, δημοσιεύεται σε αποσπάσματα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα
αποσπασματικά (Κ αποσπασματικώς)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.