απορφανίζω


απορφανίζω
Προφορά

Ετυμολογία
απορφανίζω αρχαία ελληνική ἀπορφανίζομαι

Ερμηνεία
ρήμα απορφανίζω

✦ κάνω κάποιον ορφανό
(μτφ. ) στερώ από κάποιον τον προστάτη του

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.