απονομή


απονομή
Προφορά

Ετυμολογία
απονομή μεταγενέστερη ελληνική ἀπονομή

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η απονομή

✦ παροχή, αποδοχή ιδ. ηθικής αμοιβής: η απονομή των μεταλλίων στους νικητές

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.