απομυζώ


απομυζώ
Προφορά

Ετυμολογία
απομυζώ μεταγενέστερη ελληνική ἀπομυζῶ

Ερμηνεία
ρήμα απομυζώ -άς, -ά

✦ αναρροφώ, βυζαίνω
(μτφ. ) εκμεταλλεύομαι τους κόπους του άλλου ή του αποσπώ συνεχώς χρήματα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.