αποκρυφισμός
Προφορά
Ετυμολογία
αποκρυφισμός απόκρυφος
Ερμηνεία
ουσιαστικό
└αρσενικό┘ ο αποκρυφισμός
✦ το σύνολο των θεωριών, πρακτικών ή και τελετουργιών που σχετίζονται με τη μελέτη των άγνωστων δυνάμεων του σύμπαντος και ιδ. του κόσμου των πνευμάτων και αποσκοπούν στην ανάκτηση μιας γνώσης που υποτίθεται ότι κατείχαν αρχαίοι πολιτισμοί
Συνώνυμα
μυστικισμός
Αντίθετα
–
Επιρρήματα
–