αποκαρωτικός


αποκαρωτικός
Προφορά

Ετυμολογία
αποκαρωτικός αποκαρώνω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αποκαρωτικός -ή, -ό

✦ αυτός που προξενεί αποκάρωση: ο παλιός ίμερος της εκμηδένισης… ανέβαινε τότε μέσα του αποκαρωτικός (Άγγ. Τερζάκης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.