αποικιστικός


αποικιστικός
Προφορά

Ετυμολογία
αποικιστικός αποικιστής

Ερμηνεία
επίθετο┘ αποικιστικός -ή, -ό

✦ ο σχετικός με τον αποικισμό: μετά την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου δημιουργήθηκε αποικιστικό ρεύμα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.