απασάλειφτος


απασάλειφτος
Προφορά

Ετυμολογία
απασάλειφτος ἀ στερητικό + πασαλείβω

Ερμηνεία
επίθετο┘ απασάλειφτος -η, -ο

✦ ο μη πασαλειμμένος
✦ (συνεκδ.) καθαρός, ο χωρίς κηλίδες

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.