ανελκύω


ανελκύω
Προφορά

Ετυμολογία
ανελκύω μεσαιωνική ελληνική ἀνελκύω – αρχαία ελληνική ἀνέλκω

Ερμηνεία
ρήμα ανελκύω

✦ ανυψώνω με έλξη
✦ σέρνω, τραβώ έξω

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.