αμπιγιέρ


αμπιγιέρ
Προφορά

Ετυμολογία
αμπιγιέρ └γαλλ┘ habilleur – habilleuse

Ερμηνεία
αμπιγιέρ

✦ άκλ. ουσ. υπάλληλος του θεάτρου επιφορτισμένος να βοηθεί τους ηθοποιούς να ντύνονται για την παράσταση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.