αλυγαριά


αλυγαριά
Προφορά

Ετυμολογία
αλυγαριά α προτ. + λυγαριά

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η αλυγαριά

✦ λυγαριά (βλ. λ.) : ο αγέρας έφερνε τις μυρουδιές από τα κυδώνια και τις κομμένες αλυγαριές (Σ. Μυριβήλης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.