αλληλογράφος


αλληλογράφος
Προφορά

Ετυμολογία
αλληλογράφος αλληλο- + γράφω

Ερμηνεία
αλληλογράφος

✦ ουσ. ο ειδικός στη σύνταξη επιστολών, ιδ. εγγράφων της εμπορικής αλληλογραφίας

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.