αλληλεξαρτώ


αλληλεξαρτώ
Προφορά

Ετυμολογία
αλληλεξαρτώ αλληλο- + εξαρτώ

Ερμηνεία
ρήμα αλληλεξαρτώ -άς, -ά

✦ θεωρώ δύο πράγματα αλληλένδετα· εύχρ. συνήθ. το παθητ. αλληλεξαρτώμαι

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.