αγοήτευτος


αγοήτευτος
Προφορά

Ετυμολογία
αγοήτευτος ἀ στερητικό + γοητεύω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αγοήτευτος -η, -ο

✦ που δεν έχει γοητευθεί

Συνώνυμα

Αντίθετα
γοητευμένος
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.