αγδίκιωτος


αγδίκιωτος
Προφορά

Ετυμολογία
αγδίκιωτος ἀ στερητικό + γδικιέμαι

Ερμηνεία
επίθετο┘ αγδίκιωτος -η, -ο

✦ αυτός που δεν πήρε εκδίκηση για κάτι ή για κάποιον
✦ αυτός για τον οποίο δεν πάρθηκε εκδίκηση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.