αγγειώδης


αγγειώδης
Προφορά

Ετυμολογία
αγγειώδης αρχαία ελληνική ἀγγειώδης

Ερμηνεία
επίθετο┘ αγγειώδης -ης, -ες

✦ ο όμοιος με αγγείο, κοίλος |(ιατρ.) ο ραγοειδής χιτώνας του ματιού

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.