αγαλήνευτος


αγαλήνευτος
Προφορά

Ετυμολογία
αγαλήνευτος ἀ στερητικό + γαληνεύω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αγαλήνευτος -η, -ο

✦ που δεν γαληνεύει, τρικυμιώδης, ταραγμένος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.