αγένειαστος


αγένειαστος
Προφορά

Ετυμολογία
αγένειαστος ἀ στερητικό + γενειάζω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αγένειαστος -η, -ο

✦ αγένειος (βλ. λ.)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.