αβύζαχτος


αβύζαχτος
Προφορά

Ετυμολογία
αβύζαχτος ἀ στερητικό + βυζαίνω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αβύζαχτος -η, -ο
✦ που δεν έχει θηλάσει
✦ (για ζώο) που δεν έχει θηλαστεί

Συνώνυμα
αθήλαστος
Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.